παντελής

παντελής
-ές, ΝΜΑ
αυτός που έχει φθάσει στο ανώτατο σημείο ως προς ένα γνώρισμα του, ολοσχερής, εντελής, ολικός, ολοκληρωτικός (α. «παντελής ερήμωση» β. «παντελὴς μανία», Δίον. Χρυσ.)
αρχ.
1. πλήρης, ολόκληρος
2. αυτός που κατορθώνει τα πάντα
3. φρ. α) «παντελὴς δύναμις ἁ τᾱς δεκάδος» — ο πλήρης αριθμός δέκα
β) «κατὰ τὸ παντελές» ή «εἰς τὸ παντελές» ή, απλώς, «τὸ παντελές» — παντελώς, ολοσχερώς
γ) «εἰς τὸ παντελές» — για πάντα.
επίρρ...
παντελώς ΝΜΑ
εντελώς, ολοσχερώς, καθ' ολοκληρίαν
αρχ.
1. (σε απαντήσεις) βεβαιότατα, μάλιστα
2. (με άρνηση) οὐ παντελῶς
ουδόλως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παν-* + -τελής (< τέλος), πρβλ. ευ-τελής].

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • παντελῆς — παντελής all complete masc/fem acc pl (attic epic doric) παντελής all complete masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παντελής — all complete masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζερβός, Παντελής — (Λουτράκι 1908 – 1982). Ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Σπούδασε στη σχολή του Καρόλου Κουν. Πρωτοεμφανίστηκε το 1935 στον ρόλο του Πολυμήστορα στην Ερωφίλη του Χορτάτζη και τον επόμενο χρόνο ερμήνευσε τον Ηρακλή στην Άλκηστι του… …   Dictionary of Greek

  • Πρεβελάκης, Παντελής — (Pέθυμνο 1909 – 1986). Λογοτέχνης και ακαδημαϊκός. Σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή της Αθήνας και στη Σχολή Γραμμάτων και το Ινστιτούτο Τέχνης και Αρχαιολογίας του πανεπιστημίου του Παρισιού. Το 1935 αναγορεύτηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου της… …   Dictionary of Greek

  • Χορν, Παντελής — (1880 – 1941). Θεατρικός συγγραφέας. Το 1899 αποφοίτησε από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Την περίοδο που ήταν ανθυποπλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού, έγραψε το πρώτο δραματικό του έργο, εμπνευσμένο από το δημοτικό τραγούδι Το γεφύρι της Άρτας, με… …   Dictionary of Greek

  • Αλισάφης, Παντελής — Αγωνιστής του 1821, που καταγόταν από τη Νάξο. Πολέμησε υπό τις διαταγές του Στεκούλη και του Ραυτόπουλου …   Dictionary of Greek

  • Βασσάνης, Παντελής — (Πορταριά 1830 – 1892). Εθνικός ευεργέτης. Γεννήθηκε σε φτωχή οικογένεια. Ταξίδεψε στη Σμύρνη και από εκεί στην Αλεξάνδρεια, όπου επιδόθηκε στο εμπόριο. Τελικά εγκαταστάθηκε οριστικά στην πόλη Τάντα της Αιγύπτου, όπου έμεινε επί τριάντα χρόνια… …   Dictionary of Greek

  • Βούλγαρης, Παντελής — (Αθήνα 1940 –). Σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Σπούδασε κινηματογράφο στη σχολή Σταυράκου και εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτης στη Φίνος Φιλμ σε περισσότερες από 30 ταινίες. Εξαιρετικές υπήρξαν οι δύο πρώτες, μικρού μήκους ταινίες του, Κλέφτης… …   Dictionary of Greek

  • Καλιότσος, Παντελής — (Αθήνα 1925 –). Λογοτέχνης. Ασχολήθηκε με την πεζογραφία και, κυρίως, με το μυθιστόρημα και το θέατρο. Στα γράμματα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1958 με το έργο Η θλιβερή ιστορία μιας κουτσουλιάς. Ακολούθησαν τα έργα Ο μεσαίος τοίχος (1965), Οι… …   Dictionary of Greek

  • Κοντογιάννης, Παντελής — (Χίος 1866 – 1928). Πανεπιστημιακός και συγγραφέας. Φοίτησε ως υπότροφος του κληροδοτήματος Κρεατσούλη στη Ριζάρειο Σχολή και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία. Επιστρέφοντας από το εξωτερικό διορίστηκε καθηγητής της ιερατικής σχολής Καισαρείας της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”